Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Πληρωμένα μέχρι τέλουs

Σε κυρίεψε ο άνθρωπος που αγόρασε τις νίκες της ζωής σου
Πολύ, πολύ καιρό δεν ήμασταν αυτοί που έπρεπε

Τρείς ώρες στα λογικά της
χρόνο με το χρόνο στην τρέλα της
Στις στέγες κάθεσαι, θέλεις να είσαι μακριά
Περπατάνε πάνω σου τα πρόσωπά τους
Μια σειρά από μπουκάλια σπασμένα
κάρφωσες το αίμα και ζωγραφίζεις σα πεντάχρονο

Φλούδες πορτοκάλι μύρισαν τα χέρια σου
Τρέχουν άφθονα τα γέλια σου
Όρμα ξεχύσου στα ανηλεή πεδία του αύριο
Αυτή την φορά, κλίκαρε τον κύβο στην θέση λευκό

Εκεί που θέλω να είσαι δεν είναι μαγεία
δεν είναι τέλειο, είναι κάτι ανώτερο
Mια ανάσα είναι όλα










Μιχαήλ Κοσταντίν Κατερίνα

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

Μην τον Kοιτάς

Μην τον κοιτάς... τρελός στα μάτια ο Σταύρος
Τα όντα του κατακερμάτισαν τον σβέρκο στις συμπληγάδες
Στα πεθαμένα εκούρνιασε μία ηλίθια Τρίτη

Ινδοί, Singh απ’ το Παντζάμπ και Rom
με εβραίικο χρυσό στα δόντια
τον ρένουν με της κηδείας τα χώματα και λάδι απ’ τα καντήλια
Τρίζει η σκόνη στα παπούτσια της γριάς,
με τρία πόδια τα γερόντια

Ως όταν Νουβέλ βάγκ με σακίδιο και ρώσικη μπουκάλα
Κουβάρια στο πλακόστρωτο τους μάρκαρε με ελληνικά graffiti
Ευτυχισμένος έγλυφε για παγωτό το χιόνι

Στα πιο τρελά του οράματα ρωτούσε τον Ιαβέρη:
“Μπορεί ο θεός να φτιάξει μιά πέτρα τόσο μεγάλη,
ώστε, να μην μπορεί να την σηκώσει;”
Τον άρπαζε ο Παπάς με στίχους της Αγίας Γραφής να τον απαλύνει…


Είχε και σε να σβαρνάς την σκέψη του πολυαγαπημένη…
Είχε και το πρόσωπο του νεκρού πατέρα,ένας λυγμός τον έπιανε...

Σφήκες, ψαρόνερα και στα βαρέλια ξύλα, μύρισε το σαλέπι
Στον μελάμπεπλο βαρκάρη εμπρός, παίζει τα κεχριμπάρια








Μιχαήλ Κοσταντίν Κατερίνα

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Διαταγή νεκρού

Σκέφτομαι την τελευταία αναπνοή μου
να την στείλω ψηλά να πέσει με την βροχή στις ανεμώνες

Δεν γνωρίζω πριν γεννηθώ
Μόνο ένα σύμπαν μικρό
Δεν θυμάμαι το τίποτα του πριν
Μόνο βράχια και μαύρο
Πλησιάζω στο τίποτα του μετά
Αυτόν τον επερχόμενο
Την απόλυτη λήθη
Έρχεται η τελευταία αναπνοή μου
Φυσάω δυνατά να την στείλω ψηλά
ανάμεσα από τα φτερά ενός σπουργιτιού

Δεν νιώθω αυτό το τίποτα του μετά
Mόνο λευκό σκοτάδι








Μιχαήλ Κοσταντίν Κατερίνα

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Μάνας

Φωνή το βράδυ μαρτυρική
μου προκαλεί αμηχανία
φοβάμαι να ρθώ να δω… είσαι καλά;
Στο πλευρό ξαπλωμένη
μια τρομερή αγωνία…
φουσκώνει η ανάσα σου
Μορφή Αγίας, σκαρίφισες την ψυχή μου
αιώνια Μάνα, ζήσε χίλια χρόνια

Ανάξιος γιός ένιωθες την αποχή μου

Πράο, γαλήνιο το πρόσωπό σου
χαμογελάω με το στραβό γυαλί σου
Παρέα με τον ελληνικό καφέ σου
σκίτσα με χαμόγελα σου έγραφα ξενύχτης
Χέρια από πηλό, Μάνας χέρια

Θαρρώ αναστατωμένος
συγγνώμη να σου ζητήσω ο αλήτης

Γέλια, φιλιά, χρόνια πολλά στις γιορτές έλεγες
- μάλαμα ότι πιάνεις, να! Να! Σα τα μαλλιά σου!

Γη μου, Μάνα εσύ μοναδική των πάντων
μπόλιασμα με αθάνατο νερό θα κάμω στην ελιά σου






Μιχαήλ Κοσταντίν Κατερίνα